Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ατεκνεύω
- απόδοση: χάνω τον απόγονο εξ αιτίας αποβολής ή πρόωρου θανάτου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παρά τις επίμονες προσπάθειες ατεκνεύει ατέρμονα
παρά τις επίμονες προσπάθειες ατεκνεύει ατέρμονα

