Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ατενίζω
- απόδοση: κοιτάζω μπροστά & σε βάθος / στρέφω την προσοχή & το ενδιαφέρον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λόγω χαρακτήρος ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον
που ατενίζεις ;
ατενίζει…
λ αορίστως
λ προς το αύριο





