Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ατυχώ
- απόδοση: αποτυχαίνω σε κάτι / μου συμβαίνει στη ζωή κάποια ατυχία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο γάμος του ατύχησε
παρά τις φιλότιμες προσπάθειες ως έμπορος ατύχησε





