Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αφανίζω
- απόδοση: καταστρέφω ολοσχερώς / εξοντώνω / εξολοθρεύω / εξαλείφω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αφανίσατε το χωρίον τούτο ούτως ώστε να μην υπάρχει ούτε ως ανάμνηση
τους αφάνισε η επιδημία





