Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
- απόδοση: παύω να κρατώ / διατηρώ κάτι στη θέση ή στην κατάσταση που βρίσκεται / δεν ενεργώ / δεν επεμβαίνω / δεν εμποδίζω / αναθέτω / φεύγω / εμπιστεύομαι / εγκαταλείπω κάτι / κληροδοτώ / αποφέρω / δίνω προθεσμία / δημιουργώ ελεύθερο χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
άφησε σοβαρά περιουσιακά στοιχεία στην οικογένεια του αδελφού
δεν αφήνει κέρδος αυτή η δουλειά
θα μου επιτρέψετε να σας αφήσω γιατί πέρασε η ώρα
τον άφησε στο πόδι του
τους άφησε στους πέντε δρόμους
αφέθηκε…
λ ανεπηρέαστος να αποφασίσει
λ εγκαταλείποντας τον εαυτό του
λ ελεύθερος μετά από ολονύκτια ανάκριση
λ να προσδιορίσει εξ ιδίων το ύψος του μισθού του
λ στην μοίρα του
λ στην τύχη του
άφησε…
λ εποχή ως πιανίστας ο Γιάννης Σπάρτακος
λ όνομα στην πιάτσα
λ τη φύση να κάνει το έργο της
λ την τελευταία του πνοή





