Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αφθονώ
- απόδοση: υπάρχω σε μεγάλη ποσότητα
- αντίθετο: σπανίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αφθονούν οι έχοντες κενό κρανίο
τα φρούτα αφθονούν εν Ελλάδι
αφθονούν οι έχοντες κενό κρανίο
τα φρούτα αφθονούν εν Ελλάδι

