Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αφικνούμαι
- απόδοση: φθάνω από κάπου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αφικνείται την ενάτη πρωινή προερχόμενος εκ Τεργέστης
αφίχθη από το Λονδίνο
αφικνείται την ενάτη πρωινή προερχόμενος εκ Τεργέστης
αφίχθη από το Λονδίνο

