Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αφορώ
- απόδοση: κάτι που σχετίζεται / που έχει σχέση / που ενδιαφέρει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενδιαφέρεται μόνον για ό,τι τον αφορά
η υπόθεση αφορά τη Δικαιοσύνη
μας αφορά όλους κύριοι
όσον αφορά τα έξοδα θα τα καλύψει το λογιστήριο
πέραν των επαγγελματικών δεν μας αφορά η προσωπική του ζωή
το τι πράττει σπίτι του & το πώς κινείτε στη ζωή του δεν μας αφορά
το υπονοούμενο δεν αφορούσε εσάς κυρία μου
αφορά…
λ αμοιβαία αλληλοεπηρεαζόμενα θέματα
λ ειδικές ανάγκες
λ ελάχιστους > τους πάντες
λ τους τύπους & όχι την ουσία
λ τρίτα πρόσωπα & όχι εμάς





