Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αφοσιώνομαι
- απόδοση: με τρόπο απόλυτο αφιερώνω προσπάθειες σκέψεις & δραστηριότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αφοσιώθηκε…
λ στην ιατρική & δεν απέκτησε οικογένεια
λ στην οικογένεια & δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα
λ ψυχή τε & σώματι στο παιδί της





