Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αψηφώ
- απόδοση: δεν δίνω σημασία / αδιαφορώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενσυνείδητα αψηφεί τις συνέπειες των πράξεών του μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν το όποιο κόστος
ενσυνείδητα αψηφεί τις συνέπειες των πράξεών του μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν το όποιο κόστος

