Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
βαδίζω
- απόδοση: προχωρώ αισθανόμενος την επαφή με το έδαφος / ακολουθώ πορεία που οδηγεί προς μία νέα κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βαδίζει…
λ ακατάπαυστα & επί μακρόν
λ έχων βήμα στρατιωτικό
λ έχων το κεφάλι ψηλά & απαστράπτον μέτωπο
λ ολοταχώς προς την καταστροφή
λ σε κινούμενη άμμο
λ στο άγνωστο
λ ταχέως





