Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
βαίνω
- απόδοση: προχωρώ / εξελίσσομαι / πηγαίνω κάπου / βαδίζω / προπορεύομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η πολιτική κρίση βαίνει προς εκτόνωση
το ομολογουμένως τολμηρό εγχείρημα βαίνει προς το επιθυμητό
βαίνουν…
λ βάση σχεδίου
λ επιτυχώς
λ καλώς
λ κατ΄ ευχήν
λ ομαλώς





