Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
βάλλω
- απόδοση: ρίχνω βλήματα / μέμφομαι / εκτοξεύω κατηγορίες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βρίσκεται σε δύσκολη θέση & βάλλεται από παντού
το πυροβολικό από πρωίας βάλλει κατά των θέσεων του εχθρού
βάλλει…
λ εκ συστήματος κάθε τι μη αρεστό
λ εκ του περιθωρίου την πολιτική κατάσταση
λ εκ των όπισθεν
λ εναντίον όλων
λ κατά πάντων





