Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
βαυκαλίζομαι
- απόδοση: δημιουργώ εφησυχασμό & αισιοδοξία με απατηλές υποσχέσεις & ελπίδες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βαυκαλίζεται με την ιδέα ότι μια μέρα θα αποκτήσει φήμη διάσημης ενδυματολόγου & ουσιαστικά ουδέν πράττει επ΄ αυτού





