Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
βρίθω
- απόδοση: έχω κάτι σε μεγάλη ποσότητα / είμαι γεμάτος / είμαι κορεσμένος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η αγορά βρίθει από καταναλωτικά αγαθά για όλα τα γούστα τις προτιμήσεις & τα βαλάντια
ο τόπος βρίθει από κατά τεκμήριο ανίκανα άτομα
οι οικοδομικές εργασίες στη γείτονα κατοικία βρίθουν παρανομιών
το ακριβοπληρωμένο σπίτι που αποκτήσαμε βρίθει κακοτεχνιών
το καθημερινό λεξιλόγιο βρίθει από δάνειες & αντιδάνειες λέξεις
το μεταφραστικό έργο του βρίθει λαθών επιφέροντας ουσιαστική αλλοίωση του αρχικού κειμένου
το παλαιοπωλείο βρίθει από πλήθος αντικειμένων εποχής





