Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
στοχοποιώ
- απόδοση: μεταβάλλω σε στόχο / επιδιώκω κάτι θέτοντας αυτό στο στόχαστρο προκειμένου να ενεργήσω επωφελούμενος ευκαιρίας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στοχοποίησε την λίαν εύμορφη & ευκατάσταση κυρία ως ιδανική περίπτωση για την ποθούμενη κοινωνική ανέλιξη





