Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πρόκειται
- συγγενές: επρόκειτο
- ρήμα: πρόκειμαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πρόκειται να συνεισφέρουν άπαντες στην δαπάνη εξωραϊσμού
√ απόδοση: προκειμένου για μελλοντική ενέργεια που ενδεχομένως συμβεί
πρόκειται για...
λ αγράμματο & απαίδευτο άτομο
λ αθώα έκφραση
λ ακατανόητη στάση
λ ακατανόητο εγχείρημα
λ ακραία περίπτωση
λ άκρως ενδιαφέρουσα περίπτωση
λ αλληλένδετες καταστάσεις
λ ανεπανάληπτο έργο
λ ανερχόμενη δύναμη της Ασίας
λ άνθρωπο με κραυγαλέα πάθη
λ άνθρωπο με φινέτσα
λ άνθρωπο της νύχτας > του πεζοδρομίου
λ άνθρωπο των γραμμάτων
λ ανοχύρωτη πόλη > χώρα
λ άξεστο & ακαλλιέργητο σε σημείο απίστευτο
λ αξιοποιήσιμο χώρο
λ απατεώνες που λυμαίνονται τη χώρα εκ συστήματος
λ απροκάλυπτο & χονδροειδή εκβιασμό
λ ασημαντότητα
λ αστόπαιδο
λ άτομο με σκοτεινό παρελθόν
λ άτυπη κατάσταση > συμφωνία > συνεργασία > σχέση
λ αυτόφωτη > ετερόφωτη προσωπικότητα
λ γνώριμη εικόνα
λ δευτερεύουσα προτεραιότητα
λ δυσεξακρίβωτη > ανεξακρίβωτη αιτιολόγηση
λ δυσκολότατο εγχείρημα
λ εκμεταλλεύσιμο χώρο
λ ελιγμό απόγνωσης
λ ένα από τους δυσανασχετούντες > δυσφορούντες > αντιδρώντες
λ έντεχνη εξαπάτηση
λ έντυπο ευρείας > περιορισμένης κυκλοφορίας
λ εξαιρετικά λεπτό ζήτημα
λ ιδεώδη τύπο
λ ιδιαίτερο άτομο
λ καθαρή ανοησία
λ καθημερινή κατάσταση
λ καλόπιστο > κακόπιστο κριτή
λ καλοστημένη παγίδα
λ κάτι το μοναδικό
λ κίνηση έσχατης απόγνωσης
λ κλασικό λάθος > σφάλμα
λ κλασικό τεμπέλη
λ κορίτσι του πεζοδρομίου
λ κουρέλι
λ κραυγαλέα παράβαση
λ κραυγαλέες παρατυπίες
λ λαθεμένη σκέψη
λ λασπολογία
λ μεγαλειώδη νίκη του κεντροαριστερού κόμματος
λ μεγάλη αδικία
λ μεγαλοφυή σύλληψη & καταπληκτική ιδέα !
λ μέγιστη ανακρίβεια
λ μη συνεργάσιμο άτομο
λ μία ακόμη νύξη εκ μέρους του
λ μία ευχάριστη αναδρομή στο παρελθόν
λ μνημειακό έργο τέχνης
λ μνημειώδες έργο
λ μοναδική απόλαυση
λ ουμανιστή
λ παραδοξολογία
λ παραδοσιακό ανταγωνιστή
λ παραλογισμό σε όλο του το μεγαλείο
λ πληροφορίες ακριβείς > ανεπιβεβαίωτες > χαλκευμένες
λ πράξη απαράδεκτη
λ πράξη μιμητική
λ πρόβλημα δισεπίλυτο
λ προσωπικότητα υψηλού κύρους
λ πρόταση δελεαστική
λ πρωτότυπη & έξυπνη ιδέα
λ σκεπτόμενο άτομο
λ σκοπιμότητα της στιγμής
λ σκοτεινό άνθρωπο
λ σκουπίδι
λ σοφή επιλογή
λ στιγμή αδυναμίας
λ συμβιβασμό συμφερόντων
λ σύνηθες φαινόμενο
λ συνωνυμία κατά το επώνυμο
√ απόδοση: χωρίς να προκύπτει συγγένεια
λ την αμείλικτη πραγματικότητα
λ την αρχική > τελική σκέψη
λ την συνήθη δικαιολογία του επείγοντος θέματος
λ το αυτονόητο
λ το πλέον φημισμένο κρασί της Ιταλίας
λ τολμηρό βήμα
λ τον ευνοούμενο του διευθύνοντος
λ τον κοινό παρανομαστή
λ τους εξοστρακισμένους του συστήματος
λ τυπική διαδικασία
λ τυπική περίπτωση περιθωριακού ατόμου
λ υποκριτικά διαμαρτυρόμενο άτομο
λ φαιδρό γεγονός άνευ σημασίας
λ φίλο από τα παλιά
λ φτηνή > πρόχειρη λύση
√ απόδοση: η χαμηλής ποιότητος & αξίας
λ χαμένη ευκαιρεία
λ χαμόγελο με νόημα
λ χάσιμο χρόνου
λ χρυσή ευκαιρεία
πρόκειται περί...
λ ατοπήματος
λ αυλοκόλακος
λ γελοιωδέστατου
λ διασυρμού
λ εκπλήξεως
λ εκτρωματικής καταστάσεως
λ εσφαλμένης τακτικής
λ ευτελούς αντικειμένου > προϊόντος
λ ήττας άνευ προηγουμένου
λ καραγκιόζη
λ λάθους
λ μύθου
λ μυστηρίου
λ νεόπλουτου
λ ξεπεσμού
λ οχετού
λ παροράματος
λ πρωτογόνου
λ σφάλματος
λ ύβρεως
λ φονιά
λ ψεύδους





