Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επαναλαμβάνω
- απόδοση: λέω ή πράττω κάτι περισσότερο από μία φορά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επαναλαμβάνει τα ίδια & τα αυτά
επανέλαβε το αυτό σφάλμα
η ιστορία πολλάκις επαναλαμβάνεται ενίοτε ως φάρσα
ως παιδί επαναλαμβάνει ό,τι βλέπει & ό,τι ακούει





