Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιβάλλω
- απόδοση: υποχρεώνω κάποιον να δεχθεί κάτι δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο / καθιστώ κάτι απαραίτητο ή αναγκαίο / ξεχωρίζω με τις διαθέτουσες ιδιότητες ή ικανότητες / αναγνωρίζεται ο καθοριστικός ρόλος μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αντιμετώπισε την κατάσταση δυναμικά & επέβαλε τους όρους του
δεν το θελήσαμε δεν το προκαλέσαμε ούτε καν το επιδιώξαμε μας επεβλήθη !
επέβαλαν ανομοιόμορφη εμφάνιση των μαθητών εισάγοντας αυτούς στο καταναλωτικό παιχνίδι
έχει έντονη προσωπικότητα κι όπου βρεθεί επιβάλλεται δια της παρουσίας του
επέβαλε…
λ αυστηρότατους περιορισμούς
λ δια της παρούσης συμφωνίας απεχθείς όρους
λ καθεστώς αυστηρής πειθαρχίας εις τους μοναχούς της ιεράς μονής
λ σιγή ιχθύος
λ σιγή τηλεοπτικού & ραδιοφωνικού σήματος
λ τη θέλησή του από θέση ισχύος
λ την τάξη δια ροπάλου
λ τις απόψεις του
λ τους όρους
επιβάλλεται…
λ δια της απουσίας του & μόνον
λ δια της παρουσίας του
λ δια της πειθούς
λ δια του όγκου
λ δια του φέροντος ονόματος
λ δια του χρήματος
λ δια των όπλων
λ απάλειψη αιχμηρών λέξεων & ψαλίδισμα έντονων φράσεων εκ του κειμένου
λ η πάταξη των διεφθαρμένων πολιτών
λ η περικοπή των περιττών εξόδων
λ να αποδοθούν ευθύνες
λ να διενεργηθεί αυτοψία
λ να λάβει τα προσήκοντα μέτρα
λ να ληφθούν αποφάσεις & μάλιστα ταχέως
λ να παρευρεθεί στην κηδεία του μεταστάντος συγγενούς
λ να υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του
λ ο προγεννητικός έλεγχος
λ ως μονόφθαλμος βασιλιάς επί τυφλών υπηκόων





