Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιβραβεύω
- απόδοση: ανταμοιβή λόγω αναγνώρισης αξίας ή σπουδαιότητος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιδιώκει να τον επιβραβεύουν οι γονείς ή ο δάσκαλος σε κάθε βήμα του
η εξαίρετη ιστορική μελέτη του επιβραβεύθηκε δια αλλεπάλληλων εκδόσεων





