Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιδεινώνω
- απόδοση: κάνω κάτι κακό ή χειροτερεύω κατάσταση πραγμάτων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με τα λεγόμενά του επιδείνωσε τη θέση του
ο καιρός επιδεινώνεται προφυλάξου !
το μεθοριακό επεισόδιο επιδείνωσε τις σχέσεις των δύο χωρών
επιδεινώνεται…
λ βαθμηδόν η οικονομική κατάσταση εις βάρος της μεσαίας τάξεως
λ η κατάσταση της υγείας του θεωρούμενη πλέον μη αναστρέψιμη





