Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιδίδομαι
- απόδοση: ασχολούμαι συστηματικά & συνήθως με επιτυχία με ορισμένη δραστηριότητα / κάνω κάτι για αρκετή ώρα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σε καλές εποχές επιδόθηκε στο εμπόριο κρέατος & συναφών κερδίζοντας πολλά
σύμφωνα με ενδείξεις επιδίδονται σε αδελφομιξία & δη από ετών
το ζεύγος επιδόθηκε σε ερωτικές διαχύσεις εν μέσω πελατών του αναψυκτηρίου
επιδίδεται…
λ με αναγνωρισμένη επιτυχία στο επιχειρείν
λ σε ανάγνωση πάσης φύσεως βιβλίων
λ σε λαθρανάγνωση εφημερίδων καθ΄ εκάστην πρωίαν
λ σε παρενδυσία ως έχων σοβαρότατο ψυχικό νόσημα
λ στη βιβλιοδεσία με εντυπωσιακά αποτελέσματα
λ στην αλιεία ερασιτεχνικώς
λ στο μοντελισμό επιτυχώς





