Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιδιώκω
- απόδοση: ενεργώ με σκοπό να αποκτήσω ή να πετύχω κάτι που επιθυμώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ό,τι επιδίωξε στη ζωή του το πέτυχε ό,τι πόθησε το απέκτησε ό,τι αγάπησε το εξασφάλισε & αισθάνεται πλήρης ευτυχίας
όπως κάθε άνθρωπος επιδιώκει την αναγνώριση
επιδιώκει…
λ να δώσει τέλος σε τούτη τη σχέση
λ να εντυπωσιάσει τους παρευρισκόμενους
λ να παρακάμψει κάθε τι χρονοβόρο & ανασταλτικό
λ να την ιππεύσει
λ να φανεί αρεστός
λ συναναστροφή μαζί της
λ την παράκαμψη των εμποδίων
λ την χειραγώγησή του
λ το ακατόρθωτο





