Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιθυμώ
- απόδοση: αισθάνομαι ορισμένη επιθυμία να πραγματοποιήσω ή να αποκτήσω κάτι / επιζητώ έντονα / ποθώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ευχαριστώ ! δεν επιθυμώ
έχει στο εργαστήριό του κάθε εργαλείο που μπορεί να επιθυμήσει ένας άνδρας
καιρό είχαμε να σε δούμε & σε επιθυμήσαμε
ό,τι επιθυμείτε κυρία μου
στα πολυκαταστήματα βρίσκεις ό,τι επιθυμεί η ψυχή σου
τι επιθυμείτε κύριε ;
επιθυμώ…
λ για το υπνοδωμάτιό της εν κωνώπιον
λ ειρηνική συνύπαρξη
λ ένα ταξείδι outremer ...πέραν κάθε φαντασίας
λ έξοδο από την κρίση
λ ικανοποίηση των καταπιεσμένων φιλοδοξιών του
λ την φυσική του εξόντωση διακαώς





