Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επικαλούμαι
- απόδοση: αναφέρω κάτι για ορισμένο σκοπό ή για δικαιολογήσω ορισμένη ενέργεια / ως νομικό επιχείρημα / κάμνω μνεία ιδιοτήτων ή αισθημάτων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απέφυγε την συνεστίαση επικαλούμενος λόγους υγείας
επικαλούμαι τη βοήθειά σου
επικαλούμαι τη γενναιοδωρία σας & τα λεπτά αισθήματα που σας διακατέχουν
να μην επικαλούμεθα το όνομα του Θεού για ασήμαντα πράγματα
ο κατηγορούμενος επικαλέσθηκε την επιείκεια του δικαστηρίου
συχνά επικαλείται το Θεό !
επικαλείται…
λ ασθένεια προκειμένου να απουσιάσει της εργασίας
λ λόγους ανωτέρας βίας κατά τη συνήθη πρακτική που ακολουθεί
επικαλέσθηκε…
λ ανειλημμένες υποχρεώσεις προκειμένου να αποφύγει συνάντηση
λ την ιδιότητά του
λ το γράμμα του νόμου
λ ψευδή στοιχεία & δη εξόφθαλμα





