Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επικαρπώνομαι > επικαρπούμαι
- απόδοση: απολαμβάνω την επικαρπία πράγματος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με το θάνατον των γονέων επικαρπώνεται την οικογενειακή περιουσία





