Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επίκειται
- απόδοση: που πρόκειται σύντομα να συμβεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επίκεινται εκλογές πιθανότατα εις βάρος του κυβερνώντος κόμματος
επίκειται…
λ ανασχηματισμός με σαρωτικές αλλαγές προσώπων
λ απότομη πληθωριστική τάση στην αγορά
λ κακοκαιρία > θύελλα αρχής γενομένης από τα δυτικά
λ παραίτηση της κυβερνήσεως





