Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επικοινωνώ
- απόδοση: μεταδίδω πληροφορία μήνυμα ή ανταλλάσσω σκέψεις / δυνατότητα μετακίνησης με άλλο τόπο ή χώρο / έχω πνευματικό ψυχικό ή συναισθηματικό σύνδεσμο με κάποιον & τον κατανοώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επικοινώνησε μαζί της από ευπρέπεια & όχι από υποχρέωση





