Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επικρατώ
- απόδοση: υπερτερώ / υπερισχύω / νικώ / επιβάλλομαι / κυριαρχώ / που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό χρονικής περιόδου ή καταστάσεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επικρατούν σφοδροί άνεμοι με αποτέλεσμα την απαγόρευση του απόπλου
στο δημοψήφισμα επικράτησαν οι δημοκρατικοί των βασιλοφρόνων
ως γνωστόν & κατά κανόνα επικρατεί το δίκαιο του ισχυρότερου
επικρατεί…
λ άκρα σιγή
λ απόλυτη ηρεμία
λ δριμύ ψύχος από πρωίας
λ εκνευρισμός
λ ευνοϊκό κλίμα στην αγορά
λ η εντύπωση ό,τι είναι ο περιούσιος λαός
λ κακή διάθεση
λ πνεύμα επιείκειας
λ συσκότιση
λ φόβος
λ χάος
επικράτησε…
λ έξαψη & αναταραχή
λ η λογική ευτυχώς !
λ ως ο ισχυρότερος εκ των δελφίνων





