Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιλαμβάνομαι
- απόδοση: ασχολούμαι με κάτι ή φροντίζω για αυτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιλήφθηκε του θέματος με κάθε σοβαρότητα
η Εισαγγελία επιλήφθηκε του σκανδάλου & πράττει τα δέοντα
της υποθέσεως θα επιληφθεί η Δικαιοσύνη





