Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιμερίζω
- απόδοση: καθορίζω αυτό που αντιστοιχεί ακριβώς σε κάθε ένα από τα σχετιζόμενα πρόσωπα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιβάλλεται να επιμερισθούν οι ευθύνες των εμπλεκομένων
προτείνω να επιμερισθεί το κόστος της προκληθείσης δαπάνης





