Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επισπεύδω
- απόδοση: πραγματοποιώ κάτι γρηγορότερα από το ορισθέν / επιταχύνω ρυθμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επισπεύσατε τις εργασίες πάση θυσία
ο υπουργός επέσπευσε την επάνοδο από την Κίνα προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάσταση
πρέπει να επισπεύσουμε για να είμεθα εντός των προθεσμιών





