Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιστρατεύω
- απόδοση: καλώ να καταταγούν στο στρατό στα πλαίσια επιστράτευσης / καλώ πολίτες σε πολιτική επιστράτευση / δραστηριοποιώ κάποιον ή ενεργοποιώ ικανότητες για την αντιμετώπιση δυσκολιών
- αντίθετο: αποστρατεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από εχθές επιστρατεύονται πλέον & οι έσχατες εφεδρείες του κράτους
για τη μετακόμιση του γραφείου επιστράτευσε τους φίλους του
επιστράτευσε την εξυπνάδα του για να τα βγάλει πέρα





