Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιταχύνω
- απόδοση: αυξάνω την ταχύτητα με την οποία κινούμαι ή σε κάτι που ήδη κινείται / κάνω κάτι γρηγορότερα / επισπεύδω
- αντίθετο: επιβραδύνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιβάλλεται να επιταχύνουμε την επιστροφή μας στην Πάτμο
η οικονομική κρίση θα επιταχύνει την πτώση της κυβέρνησης
επιτάχυνε…
λ το βήμα κι αργοπορήσαμε πέραν του επιτρεπτού
λ το δίκυκλο προκειμένου να είμεθα συνεπείς
λ το ρυθμό των εξελίξεων κωλυσιεργούμε σε απίστευτο βαθμό





