Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιτείνω
- απόδοση: αυξάνω την ένταση & τη χρονική διάρκεια καταστάσεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αγενώς φερόμενος επιτείνει την ένταση της μουσικής παραβλέποντας την ησυχία των περίοικων
επιτείνει των προσπαθειών !
το κάπνισμα στην κατάσταση που βρίσκεται επιτείνει το κακό





