Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιτηδεύομαι
- απόδοση: ασχολούμαι επαγγελματικά με κάτι, είμαι υπερβολικά προσεγμένος / είμαι προσποιητός όχι γνήσιος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επαναπατριζόμενος εκ Βελγίου επιτηδεύεται με το εμπόριο παλαιών βιβλίων
τελευταίως κατέληξε να επιτηδεύεται εις τον σαλταδορισμό & την απατεωνία
επιτηδεύεται…
λ στη χειροτεχνία ξυλόγλυπτων
λ στο επιχειρείν απολαμβάνων τα οφέλη εκ της εντυπωσιακής κερδοφορίας





