Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιτρέπω
- απόδοση: δίνω τη δυνατότητα & την άδεια να κάνει κάποιος κάτι θεωρούμενο όχι & τόσο επιτρεπτό
- αντίθετο: απαγορεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιτρέπεται ;
επιτρέπεται παρακαλώ !
επιτρέψετε εις εμέ να διαφωνήσω μαζί σας
επιτρέψετέ μου να προπορευθώ
επιτρέψετε να εκφράσω τις διαφωνίες μου
επιτρέψετε να έχω ιδία γνώμη επί του θέματος
η εκδρομή θα γίνει αν το επιτρέψουν οι καιρικές συνθήκες
μη νομίζεις ότι στη δημοκρατία όλα επιτρέπονται
μου επιτρέπεται να απουσιάσω ;
ο μουσουλμανικός νόμος επιτρέπει την πολυγαμία
ποτέ δε θα επιτρέψω αυτό το γάμο
το επιτρέπει ο Θεός





