Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εργάζομαι
- απόδοση: ασχολούμαι με τις πνευματικές ή τις σωματικές δυνάμεις στα πλαίσια της οργανωμένης κοινωνίας / χρησιμοποιώ τις δυνατότητες που παρέχει ο εαυτός μου αποσκοπώντας στη δημιουργία χρήσιμου αποτελέσματος / βρίσκομαι σε λειτουργία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποφοίτησε της Θεολογικής Σχολής & εργάζεται ως καθηγητής
το κατάστημα εργάζεται με ορισμένη πελατεία
εργάζεται…
λ εις το εν λόγω ίδρυμα αμισθί > επί πληρωμή
λ με ποσοστό κέρδους επί των εισπράξεων
λ με συνεχές > διακεκομμένο > κυλιόμενο ωράριο
λ σε κινητή μονάδα του Ερυθρού Σταυρού ως τραυματιοφορέας
λ ως βοηθός λογιστή έναντι πενιχρού μισθού





