Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ερμηνεύω
- απόδοση: βρίσκω στοιχεία που αφορούν κάτι άγνωστο ή δυσνόητο ώστε να γίνει κατανοητό / εξηγώ αναλύοντας το νόημα / μεταφράζω κείμενο / αποδίδω μουσικό έργο ή ρόλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ερμηνεύει λαθεμένα την πραγματικότητα > τα γεγονότα > το συμβάν
ερμήνευσε εντυπωσιακά ένα δυσκολότατο θεατρικό ρόλο
μας άφησε άφωνους ερμηνεύοντας συμφωνικό έργο του Μάλερ





