Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
έρπω
- απόδοση: σέρνομαι στο έδαφος / κινούμαι με πλάγια μέσα / συμπεριφέρομαι ύπουλα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εργαζόμενος σε διοικητική θέση της εταιρείας κατόρθωσε & αναρριχήθηκε έρποντας αναστέλλοντας την εξέλιξη ικανότερων στελεχών





