Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ερωτεύομαι
- απόδοση: αισθάνομαι έρωτα / αισθάνομαι έντονη αγάπη & την ανάγκη αφοσίωσης σε κάτι που επιθυμώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ερωτεύθηκε τη ζωγραφική σε ώριμη ηλικία





