Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ερωτοτροπώ
- απόδοση: εκδηλώνω ερωτικό ενδιαφέρον εκφραζόμενος με ορισμένη συμπεριφορά / επιδίδομαι σε ερωτικές διαχύσεις / εκδηλώνω συμπάθεια & επιδιώκω να διατηρώ καλές σχέσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
είχε το θράσος να ερωτοτροπήσει δημοσίως με την κουνιάδα του
ερωτοτροπεί με την ιδέα της μεταστέγασης στην Κηφισιά
ερωτοτρόπησε μαζί της χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα & παρά την διακριτική πίεση που άσκησε προς αυτήν





