Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ευδοκιμώ
- απόδοση: φυτό που υπό τις κατάλληλες συνθήκες φύεται αναπτύσσεται & δίνει καρπούς / ασχολούμαι επιτυχώς με κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαπίστωσα πως στην νότια Κρήτη ευδοκιμούν φοινικόδεντρα παράγοντα καρπούς μικρότερους του συνήθους





