Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ευρίσκω
- απόδοση: βρίσκω / βρίσκομαι / συνευρίσκομαι / συμβαίνει / αποκαλύπτω / τυχαίνει / συναντώ / ανακαλύπτω / αποδεικνύω / υπάρχω / είμαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ευρισκόμενος…
λ παρά τω πλευρώ του
λ προ της αγχόνης κατέρρευσε με λιποθυμική τάση
λ σε πλήρη μέθη τραγουδούσε μεγαλοφώνως ρεμπέτικα
ευρισκόμεθα…
λ εν παρατάξει
λ προ του κινδύνου κατάρρευσης του καθεστώτος
λ προ του τέλους
βρέθηκε…
λ εν πλήρει ευθυμία
λ προ εκπλήξεως
λ σε δύσκολη θέση
λ σε πνευματικό αδιέξοδο
λ στο κενό





