Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ευχαριστώ
- απόδοση: εκφράζω τις ευχαριστίες μου / προξενώ σε κάποιον ευχαρίστηση / εκφράζω ικανοποίηση / απολαμβάνω κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανικανοποίητος άνθρωπος τίποτα δεν τον ευχαριστεί
ευχαριστήθηκα ύπνο σήμερα
ευχαριστιέσαι να τον ακούς να μιλάει
με ευχαριστεί πολύ το πρωινό ξύπνημα
πολύ ωραία η μουσική το ευχαριστήθηκα
σε ευχαριστώ για όσα διαδίδεις εις βάρος μου
σε ευχαριστώ εκ των προτέρων
ευχαριστώ…
λ για την κατανόηση
λ για την παρέα
λ για το ιδιαίτερο δώρο
λ εκ βάθους καρδίας για το εξαίρετο δείπνο
λ θερμά
λ πολύ
λ το Θεό
την ευχαρίστησε δια…
λ τη φιλική εξυπηρέτηση
λ την δοθείσα ευκαιρία
λ το γεύμα





