Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εφησυχάζω
- απόδοση: δεν ανησυχώ για ενδεχόμενη αρνητική εξέλιξη υποθέσεώς μου παραμένοντας αδρανής / κάνω κάποιον να λαμβάνει στάση παθητική
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έλαβε στάση παθητική & εφησυχάζει μη αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο που διατρέχει





