Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
έχω
- απόδοση: κατέχω / κρατώ στη δικαιοδοσία μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έχουν γραφεί > ειπωθεί πολλά κατά καιρούς
φαίνεται πως έχει "απολέσει" δια παντός το λογικό του > την πίστη του
είχε…
λ τα νεύρα του
λ την διάθεση να ευθυμολογήσει
λ την παρρησία να το παραδεχθεί
λ τον χαμοθεό μαζί του
λ τους λόγους του προφανώς
έχει…
λ "κόντρα" μαζί του
λ "μακρύ δρόμο" να διανύσει
λ "όνομα" στην αγορά
λ ακόμη χειρότερη γνώμη για τα συμβαίνοντα
λ γίνει ενοχλητικό
λ γίνει φανερό πλέον
λ εκλείψει εντελώς
λ επισημανθεί κατ΄ επανάληψη
λ κάθε δικαίωμα
λ καλώς
λ την λόξα του
λ το δικό του βιολί
λ το μεράκι του λεπτουργού
λ τον τρόπο του
έχων…
λ μορφή κόλουρου κώνου
λ όψη ινδικού χοιριδίου
λ παρουσιαστικό εργατοπατέρα > Κουασιμόδου
λ συνείδηση των επιλογών του
λ ύφος αυτοκρατορικό
λ ύφος βαρύγδουπο που εντυπωσιάζει το κοινό
λ ύφος επηρμένο
λ ύφος καθηγητή
λ ύφος καραμπινάτο
λ ύφος μπλαζέ
λ ύφος περίλυπο
λ ύφος περισπούδαστο
λ ύφος πολλών καρδιναλίων
λ ύφος πομπώδες
λ ύφος σοφιστικέ





