Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ζημιώνω
- απόδοση: προκαλώ απώλεια οικονομική ή ηθική στον εαυτό μου ή σε άλλο πρόσωπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η απόφαση που έλαβε τον ζημιώνει
η ενέργεια αυτή τον ζημίωσε
κάνε ό,τι σου λέω & δε θα ζημιωθείς





