Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ζώνω
- απόδοση: τυλίγω κάτι / κρεμώ στη μέση / περιβάλλω / κυριαρχούμαι από βασανιστικό συναίσθημα ή αγωνία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν σηκώνει κουβέντα έζωσε τα άρματα
έζωσαν οι φωτιές το σπίτι
με ζώνουν οι υποψίες
νομίζω πως με ζώνουν τα φίδια
τον έζωσαν τα μαύρα φίδια
τους παρευρισκόμενους τους έζωσε η αγωνία





