Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ηττώμαι
- απόδοση: καταβάλλομαι από αντίπαλο / υφίσταμαι περιορισμένη ή εκτεταμένη ήττα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκ του αποτελέσματος ηττήθηκε στις εκλογές
ηττήθηκε από τα γεγονότα
ηττήθηκε κατά κράτος





